Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009



Το ηχητικό μάτι

Κάτω από το μαξιλάρι,
το ηχητικό μάτι,
ξερνάει εικόνες
από το
περιστρεφόμενο στόμιο.

Ατελείωτοι
κυκλικοί βηματισμοί
μια χαμένης ψυχής
που,
τα κτυπήματα στο τζάμι
που,
τα νοερά στολίδια της ηδονής,
δεν μπόρεσαν ακόμα
να βγουν από
στόμιο το ματιού.

Συσσωρεύονται μέσα του,
πολλαπλασιάζοντας
τις διαστάσεις της αποφυγής.

Γρατζουνίσματα,
σκονισμένες οθόνες
με τα αποτυπώματα των νυχιών,
με τα αποτυπώματα
αιωρουμένων κορμιών
στους δρόμους,
στα πεζοδρόμια
που δεν ξεχώριζαν καθόλου
από χθες.

Κάτω από το μαξιλάρι
τα πεζοδρόμια.
Κάτω από το μαξιλάρι
τα αιωρούμενα σώματα.
Κάτω από το μαξιλάρι
ηχητικό στόμιο
του ματιού
παραδομένο σε γρυλίσματα
γρυλίσματα ύφους,
ύφους της καταστροφής.
φωτό: έργο Σαλβατορ Νταλί

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009



Ιππεύοντας
την φαντασίωση


Το βλέμμα
ντυμένο με χρώματα
βροχερού πρωινού.
Προβλήτες χωρίς μέλλον
με ουρανό να σκεπάζει
τις γραμμές
υποτιθέμενων διαδρομών.
Είμαι στην άκρη,
το τσιμέντο αντιστέκεται
στην φοβερή σόλα μου.
Οι αποχρώσεις πράσινης υγρασίας
τυλίγουν το σώμα.
Ακουμπάνε το δέρμα,
Μεταφέροντας το γαλάζιο ρίγος
που αιωρείται
στην θαμπάδα του πρωινού.
Βρέθηκα εδώ καβαλάρης
της υπόσχεσης του μέλλοντος,
σε υπαίθριους
λιμενικούς σταθμούς
Ιππεύω την φαντασίωση.
Συναντάω άλλους σαν και μένα,
περνάμε από τοίχους μυστήριας ύλης
αφήνοντας το περίγραμμά μας,
σαν τρύπα που χάσκει μέσα στην βροχή.

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009



Οι άγγελοι
δεν θα έρθουν απόψε
Μάταια περιμένουμε
στις αποβάθρες του παραδείσου
γυμνοί και πεινασμένοι
στοιβαγμένοι
ο ένας δίπλα στον άλλο
με τα σκουλήκια της κόλασης
ν’ ανοίγουν τούνελ στο κορμί μας.
Οι άγγελοι
Δεν θα έρθουν απόψε

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Στα δίκτυα τής ωριμότητας,
ατελείωτοι θάνατοι
ανοίγουν το δρόμο προς το μέλλον.


Οι έφηβοι μας προκαλούν
όπως κάποτε μας προκαλούσαν οι γέροι.

Το αίμα
που κύλησε καυτό
κάτω από τα σεντόνια
Τώρα κυλάει χλιαρό
σε γκρίζες φλέβες.

Σε ανώνυμα διαμερίσματα
Μαζεύουμε
τις χειρονομίες της καθημερινότητας
χωρίς κουβέντα.

Χωρίς κουβέντα
κοιτάμε τους εαυτούς μας
να σπαρταράν
στα δίκτυα της ωριμότητας.

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009


Ο κόσμος σου


Ο κόσμος, πυκνός
και άγνωστος

για τον καθένα,
ποιον να ρωτήσεις


Καινούργιος είναι
και κανένας δεν μπορεί
απάντηση
στο ερώτημα να δίνει

Δικός σου είναι
και εσύ δεν μπορείς
απάντηση
στο ερώτημα να δίνεις


Γιατί η απάντηση
είναι καθημερινή
είναι η απάντηση
που κάθε μέρα δίνεις


Τίποτα δεν ξέρεις
από την αρχή
Στης ανακάλυψη
του δρόμου σου βαδίζεις.


Στην ανακάλυψη
του κόσμου περπατάς
μ' αυτό που κάνεις
αυτό το κόσμο ανακαλύπτεις.


Και μην ξεχνάς
πως το κέντρο είσαι εσύ
και σε κανένα
αυτή η θέση δεν ανήκει.


Είναι η ζωή
που εσύ δημιουργείς
δική σου είναι
σε σένα μόνο ανήκει.

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2009



Μήνυμα στη Vicky


Γειά.
Σήμερα το πρωί ξαναβρέθηκα στους ξέφρενους ρυθμούς της γλυκιάς μας πόλης. Χάρηκα τον παροξυσμό της τόσο πολύ που άγρυπνος ξεκίνησα για δουλειά τρέχοντας μέσα στον κυκεώνα της.
Η Λέσβος, όμορφη ανατολίτισσα κοσμοπολίτισσα αυτόνομη κουλτουριάρα από αιώνες,κομμάτι της οικογενειακής καταγωγής μου με έκανε να θυμηθώ τον πιτσιρικά που κουβαλάω μέσα μου και το χάρηκα το ταξίδι για το τότε και το τώρα. Εκτός λοιπόν των άλλων, περιήγηση του νησιού, με το αυτοκίνητο, με τα πόδια, μέσα από ταβέρνες δίπλα στο κύμα και ουζερί της πόλης.Εκτός από τα σπίτια και τις γνωριμίες η επανα-γνωριμίες, βρέθηκα και σε παραλίες.
Παραλίες με αποτυχημένους κομουνιστές , απο ανατολική ευρώπη, αραδιασμένους σε πολύχρωμες ξαπλώστρες να προσπαθούν να ξεκουράσουν κορμιά που το γήρας είχε αρπάξει με τα σουβλερά δόντια του και τα είχε ξεχειλώσει.Βλέποντας αυτά τα ζαρωμένα κορμιά που το δέρμα τους ρουφούσε τον ήλιο ακατάπαυστα, σκέφτηκα την σκληρή ζωή που είχαν περάσει και με τις λίγες γνώσεις που έχω από το κοινωνικό σύστημα που υπηρέτησαν με φόβο και πάθος, ένιωσα ένα δέος και ένα σεβασμό απέναντι στην παρουσία τους διότι αισθάνθηκα το δικαίωμά τους να ζήσουν ελεύθεροι, να αφιερώσουν τον χρόνο στον εαυτό τους και μόνο σε αυτόν

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009



Η γραφή
μια κραυγή
στο σκοτάδι του κόσμου


Δικό μου σκοτάδι,
δικό του σκοτάδι
κανείς δεν το ξέρει.


Πολλές φορές τρομάζω
από το σκοτάδι.
Τρομάζω
και ψάχνω τις φωτιές του ονείρου.
Φωτιές
που το γλυκαίνουν
που το κάνουν
ένα λευκό σεντόνι
νοτισμένο από τον ιδρώτα του έρωτα.

Με αυτό οι εραστές
Τυλίγουν την ερεθισμένη σάρκα
από τα βλέμματα του πλήθους
που στέκεται έξω
από τα παράθυρα της ηδονής τους .


Βούτηξα
στο ηφαίστειο των ματιών σου.

Με λαμπαδιασμένα ρούχα
βγήκα νύχτα.

Βγήκα με τη λάβα σου
να κυλάει από το κορμί μου
σπέρνοντας φωτιά στα πεζοδρόμια.

Λες και θέλει να κάψει
τα εντόσθια
της βρώμικης πόλης.


…Αυτές
οι παιδικές φωνές
σαν λουλουδάκια
της άνοιξης
που τα χέρια
πρέπει
να προσέχουν
μην πληγώσουν,
ούτε καν
να τα μαζέψουν
παρά να τα αφήσουν
ελεύθερα
να ντύνουν με την μουσική τους
τους δεσμοφύλακες
της ζωής.
Στο γυάλινο διάφανο
δέρμα τους
κοιτάζουμε
τα πρόσωπά μας.

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009



Και μετά
Οι φανταχτεροί είλωτες
πάνω στους ηλεκτρικούς στύλους
μαστορεύουν
τις μεθυσμένες ανταύγειες
των ματιών σου,
την ώρα που οι ίσκιοι
ψάχνουν τοίχους
για να αφήσουν τα αποτυπώματα
των απουσιών σου.
……………………………………………

Τα βλέφαρα δεν κρύβουν

παρά ατελείωτες κοιλάδες

από δάκρυα

που μάζεψανοι νεροποντές του ονείρου

Όταν εμείς δεν είμαστε εκεί.





Οι πρίγκιπες της απουσίας


Θωράκιση από κομμάτια
σκουριασμένης λαμαρίνας
που κυλάνε στην φλέβα,
ανάβοντας τις λυχνίες του σώματος
στο μάξιμουμ.

Θωράκιση από σκουριά
που σοβαντίζει τα ζωτικά όργανα
με την αιθάλη της απουσίας.

Θωράκιση από απουσία
που ξαπλώνει την σκουριά
στις κόκκινες λεωφόρους της πόλης.

Οι πρίγκιπες της απουσίας
κολυμπάνε στην ερημιά τους.

Οι πρίγκιπες της απουσίας
φοράνε το βουβό σκοτάδι κατάσαρκα,
το βγάζουν στο πεζοδρόμιο.

Κανείς δεν είναι εκεί
να τους περιμένει.
Μόνο τα συνεργεία διάσωσης.
Σκάβουν ασταμάτητα την σάρκα τους.


.




Αν χάσεις την ψυχή σου από απροσεξία
Τι κάνει αυτή η Ινδιάνα Ουιτσόλε που είναι ετοιμόγεννη; Θυμάται. Θυμάται έντονα την νύχτα του έρωτα απ΄ όπου προέρχεται το παιδί που θα γεννήσει. Τ σκέφτεται με όλη την δύναμη της θύμησης και της χαράς της. Έτσι το κορμί ανοίγει, εκστατικό από την ευτυχία που πείρε, και γεννιέται ένας γερός Ουιτσόλε, αντάξιος εκείνης της απόλαυσης που τον έφτιαξε.Ένα καλός Ουιτσόλε προσέχει την ψυχή του, την φωτεινή δύναμη της ζωής του, αλλά ξέρει καλά πως η ψυχή είναι μικρότερη κι από ένα μυρμήγκι, απλότερη κι από ένα ψίθυρο, ένα τίποτα σχεδόν, ένα αεράκι, που με την παραμικρή απροσεξία μπορεί να χαθεί.Ένα αγόρι σκοντάφτει, κατρακυλά την πλαγιά κι η ψυχή του ξεφεύγει, δεμένη μονάχα από μια μεταξένια κλωστή και πέφτει στο χαντάκι. Τότε ο νεαρός Ουιτσόλε λιποθυμά και αρρωσταίνει. Στα τραυλίσματα του καλεί τον φύλακα των ιερών τραγουδιών, το μαγο-ιερέα.Τι ψάχνει τούτος ο γερό-Ινδιάνος στο βουνό. Ακολουθεί τα ίχνη που άφησε ο άρρωστος στο πέρασμά του. Ανεβαίνει σιωπηλά μέσα από τα αιχμηρά βράχια, ερευνώντας κάθε κλαδί, κάθε φύλλο και κάτω από τα χαλίκια. Που έπεσε η ζωή; Που κρύφτηκε φοβισμένη. Προχωρεί απαλά με τ΄ αυτιά ορθάνοιχτα, γιατί οι χαμένες ψυχές κλαίνε και πολλές φορές σφυρίζουν όπως ο αγέρας.Όταν θα βρει την περιπλανώμενη ψυχή, ο μάγος ιερέας θα τη σηκώσει πάνω στην άκρη ενός φτερού, θα την τυλίξει σε μια μικροσκοπική τούφα μπαμπάκι και θα την βάλει μέσα στο κούφιο μέρος κάποιου κλαδιού για να την επιστρέψει στον κάτοχό της, που δεν θα πεθάνει.
Εδουάρδο Γκαλεάνο


ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ
ΜΙΑΣ ΣΥΝΟΥΣΙΑΣ


Ξημερώματα γυρίζω
ανάμεσα σε τοίχους του 1960
μια τριάνταετεία αρκουδίζοντας
βγάζοντας αφρούς από το στόμα
Ακολουθώντας μια συνουσία
χωρίς να ξέρω που βρίσκεται
η επίπλωση της αλητείας της
Κουβάρια από μυελικές ίνες
στην κερκίδα της αγωνιστικότητας
του μεροκάματου
ψάχνω μέσα στους συγκοινωνιακούς κόμβους
τους τελευταίους ίσκιους
ακολουθώντας μια συνουσία
χωρίς να ξέρω που βρίσκεται
επίπλωση της αλητεία της
Περνάω μπροστά από κάμπους
με νεανικό δέρμα
απλωμένο πάνω σε γάζες
πάνω σε χρωματιστά κρεβάτια
ανάμεσα στους τοίχους του 1990
ακολουθώντας μια συνουσία
που δεν ξέρω που βρίσκεται
η επίπλωση της αλητεία της
Ακουμπάω την ανάσα του πλήθους
είναι καυτή ,λιώνει τους τοίχους του 1960
Γίνονται μια ζελατίνα
που τυλίγει το κορμί μου
Αφήνομαι να με ντύσει
με το κιτρινισμένο σεντόνι της ηλικίας
ακολουθώντας μια συνουσία
που δεν ξέρω που βρίσκεται
η επίπλωση της αλητείας της


Δεν ξέρω που γεννήθηκα

μήτε ποιός είμαι

Δεν ξέρω από που έρχομαικαι

ούτε που πάω.

Ενα κλαδί είμαι από πεσμένο δένδρο

που δεν ξέρει το μέρος που έπεσε.

Που να είν΄οι ρίζες μου;

Ποιανού δένδρου κλωνάρι είμαι;;


(Δημοτικοί στοίχοι απ΄την Μπογιακά της Κολομβίας)


.....τσάκισε τη χιονοστιβάδα της απελπισίας,ψαχούλευε

και ψευε μέσα στην μελοντική ευτυχία.

Κοιτάχτε αν θέλετε,από το δεξί μου μάτι

κανω να βγείένα ολάκερο δασος λουλούδια

Όνειρα πολλαπλασιάστε τα παράξενα πουλιά σας

Κεφάλια να στρέψουν από ενθουσιασμό και περιφάνεια

Μυαλό μου, χαρωπέ και σοφέ οικοδόμε χτίζε πολιτείες!

Προς εκείνους που τρίζουν ακόμη τα δόντια τους

από οργή φτάνω ολόκληρος

μες στην αυγή των φωτεινών ματιών μου.

Γή,ορθώσου σε χιλιάδες Λαζάρους

στολισμένους τις λάμψεις των αμφίων..................................................................

Μαγιακοβσκη


Την ονειρεύτηκε ζωντανή, θερμή, κρυφή, το μέγεθος γροθιάς, ρουμπινόχρωμης, στο μισόφωτο του ανθρώπινου κορμιού που του έλειπε ακόμα το πρόσωπο και το φύλο. Ονειρεύτηκε τούτη την καρδιά με ανυπόμονη αγάπη, δεκατέσερεις διαυγείς νύχτες. Κάθε νύχτα, την έβλεπε όλο και πιο καθαρά. Δεν την αγγιζε, αλλά περιορίστηκε να την παρατηρεί ή να την δυαλίζει πότε πότε μ΄ένα βλέμμα Την ένιωσε, την έζησε από κοντά και μακρυά κι από πολλές οπτικές γωνίες. Την δέκατη τέτρτη νύχτα κύλισε το δείκτη του απαλά στο μήκος της πνευμονικής αρτηρίας κι έπειτα πάνω σ΄ όλη την καρδιά, μέσα και έξω. Η εξέταση τον ικανοποίησε. Την επόμενη νύχτα αποφάσισε να μην ονειρευτεί. Επειτα πείρε πάλι την καρδιά, επικαλέστηκε το όνομα ενός πλανήτη κι ετοιμάστηκε να οραματιστεί άλλο κύριο όργανο. Πριν περάσει χρόνος έφτασε στο σκελετό, στα βλέφαρα. Το πιο δύσκολο απ' όλα ήταν οι αναρίθμητες τρίχες των μαλιών..........

Χορχέ Λουίς Μπόρχες


Tι είναι η ζωή;

Είναι να πετάς αδιάκοπα μακριά σου καθε τι που πάει να πεθάνει

Τι είναι ζωή;

Είναι να είσαι σκληρός, να είσαι ανελέητος

με κάθε τι που γερνάει και αρρωσταίνει μέσα σου

και όπου αλλού ακόμα.


Ταχάρ Μπεν Ζελούν


Οι άνθρωποι λένε ότι εκείνο που όλοι ψάχνουμε

είναι ένα νόημα στην ζωή.

Δε νομίζω ότι αυτό ψάχνουμε

Νομίζω ότι εκείνο που αναζητάμε είναι μια εμπειρία του ότι είμαστε ζωντανοί,

έτσι ώστε οι εμπειρίες της ζωής μας , σε καθαρά σωματικό επίπεδο

να απηχούν την πλέον εσωτερική μας οντότητα και πραγματικότητα,

έτσι ώστε να νιώθουμε πραγματικά την έκσταση του ότι είμαστε ζωντανοί.
Joseph Campbell


Ολόκληρο το παρελθόν αγρυπνά πίσω από το παρόν

και έχει μια πραγματικά αληθινή δράση,

επειδή το εγώ είναι αρχαίο, βαθύ, πλούσιο και πλήρες.
Η ιδιαιτερότητα του βρίσκεται στην αρχή του.
Δεν είναι κατ΄ουδένα τρόπο ανακάλυψη, είναι ανάμνηση.
Είμαστε δεμένοι με τον εαυτό μας και η παρούσα δραστηριότητα δεν μπορεί ούτε να αποσπασθεί ούτε να αποδοθεί.
Πρέπει πάντοτε να εκφράζει το εγώ μας
όπως ακριβώς μια ιδιότητα εκφράζει μια ουσία.
Gaston Bachelard


Καλώς σας βρήκα

απόβλητοι ενός κόσμου

χαμένου στα όνειρα ενός παιδιού

Ενός κόσμου που οι πατρίδες σας περιόρισαν

στα σύνορα του παραλόγου

Του παραλόγου

που δεν είναι παρα μιασταλαγματιά

στα βλέφαρα ενός παιδικού πρωινού


Δεν υπάρχουνε Πατρίδες
Μόνο παρτίδες υπάρχουν
από σώματα τού οικιακού πολιτισμού
τού μικρού χωροχρόνου
τού ψηφιακού εγκεφάλου
πού λιώνει μέσα στην τοστιέρα
τού ονείρου


Οι δολοφόνοι της γλώσσας


Οι δολοφόνοι της γλώσσας
ταξιδεύουν χωρίς διαβατήρια
στους παγκόσμιους κάμπους της εξουσίας
Μασάνε τα συναισθήματα του πλήθους
και φτύνουν
κουκούτσια μυαλού
στα πολυσύχναστα πεζοδρομία των πόλεων,
μέσα στην φούχτα
των ανυποψίαστων ζητιάνων της αξιοπρέπειας
Οι δολοφόνοι της γλώσσας
ξανοίγονται στα θολά νερά του μέλλοντος
Τα κουπιά τους προκαλούν αναταράξεις
στις λίμνες της αγωνίας
Από επάνω τους
κρέμονται οι γυάλινοι πύργοι
των ματιών που διήκουνε τον κόσμο
Βρίσκονται πίσω από την βιτρίνα των εκπτώσεων
Κανείς δεν τους έχει πάρει είδηση.
Οι δολοφόνοι της γλώσσας διοικούν
Κόβουν και ράβουν τα ξεσκισμένα ιμάτια του μυαλού .
Περιμένουν την υποταγή, διακηρύσσοντας την δημοκρατία
Απλώνουν τον εφιάλτη του μέλλοντος σαν την γη της επαγγελίας
Οι δολοφόνοι της γλώσσας
Ταξιδεύουν χωρίς διαβατήριο
Στους κάμπους της εξουσίας


Η αναπηρία του χρόνου

Από το παράθυρο
φαίνεται η κοιλάδα της πόλης ,
φαίνονται οι ερωτευμένοι
που βυθίζουν τα βήματά τους
στο χνούδι του προσώπου της
Από το παράθυρο
φαίνονται οι λέξεις
που πέφτουν ανάμεσά τους
φλογισμένες λάμες
που τσουρουφλίζουν τα χείλη
που ξεσκίζουν
το κουρασμένο ύφασμα της καθημερινότητας
Πλησιάζουν
με πρόσωπα ξαναμμένα
με χείλη ματωμένα
Τραβιέμαι
Τραβιέμαι
από το παράθυρο, φοβισμένος
απομακρύνω
την αναπηρία του χρόνου
από τα αιματοκυλισμένα τοπία της άνοιξης


Δώστε μου ένα όνομα

Δώστε μου ένα όνομα εσείς
Ένα όνομα για να ταξιδέψουμε
Για να χαθούμε στο θολό τοπίο της πόλης
Το ξέρω ότι έρχεστε από μακριά
μικρές φωτίτσες του έρωτα
για να φωτίσετε το σκοτάδι του πολιτισμού
Δώστε μου ένα όνομα εσείς
Εγώ είμαι ένα τίποτα
Ένα χαμένο σαρκίο του μυαλού
που δεν ξέρει ακόμα αν κατάλαβε τον κόσμο που ζει
Αν κατάλαβε τι είναι ζωή
Αν μπόρεσε να δώσει νόημα στα πράγματα
Δώστε μου ένα όνομα εσείς
Δώστε μου το όνομα του αδελφού σας
που χάθηκε κάποιο βράδυ
Και εσείς μικρές φωτίτσες του έρωτα
δεν μπορέσατε να του δώσετε λίγο ζωή
Δώστε μου το όνομα του πατέρα σας
Που γυρνάει άδειος
Άδειο τσουβάλι από κούραση και βλαστήμια
με δέρμα σκασμένο
πόροι φουσκωμένοι άρρωστοι
Κανένας γιατρός δεν μπορεί να τους δει
δεν θέλει να τους δει
Γιατί στα δημόσια ιατρεία δεν χωράνε
Κανείς δεν ενδιαφέρεται για τον πατέρα
Δώστε μου το όνομα της μητέρας σας
Δώστε μου ότι όνομα θέλετε
Εγώ είμαι εδώ για να δεχτώ
Είμαι εδώ για να ανταποκριθώ στις ανάγκες του καθένα σας
γιατί είμαι ένα τίποτα
Ένα τίποτα
ακουμπισμένο στο πρεβάζι του μυαλού
με τις μικρές φωτίτσες του έρωτα να ρίχνουν το φως τους
Είμαι κρυμμένος κάτω από τα βλέφαρα του ονείρου
Του ταξιδιού μέσα στο παιδότοπο του μέλλοντος
Εκεί που ζει η αντίθεση, η ανυπακοή
Εκεί που σιδερόφραχτοι αστυνομικοί κάνουν κύκλους
Κυκλώνουν τους παιδότοπους τώρα
Ζητάν ταυτότητα από μητέρες
Από γυναίκες που βγήκαν μέχρι την παιδική χαρά
Δώστε μου το όνομα μια τέτοιας γυναίκας
Μιας γυναίκας που παντρεύτηκε την φυγή
Που παντρεύτηκε την λήθη
που βρέθηκε πληγωμένη στην κρεβατοκάμαρα
Πληγωμένη στην κουζίνα
Πληγωμένη γυναίκα
Ναι είμαι μια πληγωμένη γυναίκα
Μια πληγή που αιμορραγεί που φωνάζει
Μια πληγή που ουρλιάζει, στριγκλίζει ανάμεσα στα φρεναρίσματα
Μόνη στην μέση της λεωφόρου
Μόνη στην μέση του δωματίου
Ο βιαστής της δεν είναι εδώ
Στο επόμενο πλάνο ίσως τον δούμε
να περνάει βιαστικά στο βάθος
Δώστε μου ένα όνομα εσείς
Κάντε με να πω το όνομα αυτό δυνατά
και μετά ξεχάστε με
Γιατί εγώ είμαι ένα τίποτα
Είμαι ένα σαρκίο μυαλού ξεχασμένο στην άκρη της πόλης
Που δεν καταλαβαίνει καλά τον κόσμο.


Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ
ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ


βομβαρδίζουμε
καίγοντας την λευκή πλατειά του ματιού.
Κυνηγάμε,
το μηχανάκι του αρχάγγελου
με το ζωγραφισμένο μέτωπο
που καθρεπτίζεται
σε χιλιάδες κομματιασμένους αστερισμούς
στην επιφάνεια της ασφάλτου.
Μακιγιάζ νοικοκυράς
πάνω από σακούλες προσώπου
που παραμιλά
και παραφυλά
πίσω από την τηλεοπτική άνοιξη.
Μακριά απο εκεί
αλλες μανάδες σέρνουν τα παιδιά τους
πάνω σε παγωμένα ποτάμια του χειμώνα.
Σέρνουν παιδιά
πάνω σε ρεματιές πόλης, από χρόνια
βομβαρδισμένες.
Και ο αρχάγγελος μεγαλώνει.
Μεγαλώνει καθισμένος πάνω σε ντεπόζιτα βενζίνης.
Μοιράζει χαμογελά
στο κλειστό κύκλωμα
της μητρικής ανησυχίας
ακουμπώντας την βελούδινη κόψη του μαστού της.
Αναζητά το μύθο
Αναζητά το μύθο ο αρχάγγελος
μέσα στο πέπλο της κοινωνίας
που είναι και δικό του πέπλο.
Φτιάχνει το δικό του μύθο,
χωρίς να το ξέρει
ο αρχάγγελος.
Πιο πέρα πάνω στην πολυθρόνα, η πατρική εξουσία,
μαζεύει τις ρυτίδες του δικού της μύθου.
Και ο αρχάγγελος μεγαλώνει.


Το κουστούμι
των ονειρεμένων αποστάσεων

Οι αστερισμοί γέμισαν
από τα μεταλλικά συνθήματα
των χρηματιστηρίων.
Το κουστούμι
των ονειρεμένων αποστάσεων
περπατάει ξυπόλητο στην άμμο
στις όχθες του πλανήτη
μαζεύοντας πληγωμένα αστέρια
στη καλοσιδερωμένη τσέπη του.
Ο άνεμος του σηκώνει τα πέτα
τα βαριά σύννεφα
έρχονται να το χαϊδέψουν στον ώμο
και η άμμος ψιθυρίζει
γλυκόλογα στη γραβάτα του.
Οι τσέπες του
έχουν γεμίσει βογκητά ,
Κουβαλάει τα πληγωμένα αστέρια
μέσα στην οθόνη ,
περπατώντας
πάνω στην αφρισμένη γλώσσα των κυμάτων
με μια επαναληπτική κίνηση
που θα την ζήλευαν
πολλοί χορευτές του θανάτου.
Το κουστούμι
των ονειρεμένων αποστάσεων
ξυπόλυτο
στις ηλεκτρονικές διαδρομές του αιώνα