Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιανουάριος, 2010
Το λάγνο κενό

Το προδομένο δέρμα του έρωτα, σέρνεται ψάχνοντας την καθημερινή του αγχόνη ανάμεσα στο θόρυβο και την σιωπή. Το χαμένο δέρμα του έρωτα, κρέμεται σαν ουράνιο κόσμημα από την οροφή του μυαλού. Ύπουλοι καπνοί ανεβαίνουν και το κιτρινίζουν αφού έχουν κυλίσει πρώτα στο λαιμό. Μπαλίτσες συμπυκνωμένης νικοτίνης που ερεθίζουν τα τοιχώματα του και ξεσηκώνουν το βήχα. Οι ροχάλες της νύχτας ακόμα δεν έπεσαν στο πτυελοδοχείο του πεζοδρομίου. Η απόφαση αφημένη πάνω στην επιφάνεια της πόλης.
Απέναντι, η προκλητική παρουσία, θαμμένη μέσα στα χρώματα της καθημερινότητας. Η παρεξηγημένη θεά με σταχτή δέρμα, καλοζωισμένη, με τα μπούτια ανοιχτά, μπροστά στην διψασμένη ανάσα του κόσμου , μπροστά στην διψασμένη του ανάσα. Το ρούχο της μόλις που κρατάει το κορμί της στην κυκλοφορία. Στόμα μισάνοιχτο έτοιμο να ρουφήξει το μεδούλι του, με μια απλή στροφή πάνω στα τακούνια της. Μάτια γεμάτα από την λαγνεία του κενού που καιροφυλακτούν τα δικά του. Καιροφυλακτούν την δική του φαντασίωση για να τους…
Όπως παλιά, στα ίδια κατατόπια.

Εκείνο το βράδυ, πάλι δεν αισθανόταν καλά. Κατέβαινε τον νυχτερινό δρόμο με το άγχος να παφλάζει μέσα της και ένιωθε ότι το στήθος της πάει να σπάσει. Είχε πάει εφτά η ώρα και έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι, άλλα δεν της έκανε καρδιά να ξαναδεί την μάνα της και τον πατέρα της που της τηλεφωνούσαν κάθε μισή ώρα αλαφιασμένοι. Πόσο τους είχε τρελάνει και αυτούς, όμως και αυτή αισθανόταν σαν τρελή. Γυρνάει όπως παλιά στα ίδια κατατόπια, στα ίδια βρώμικα στενά της άναρχης πόλης, χωρίς μέλλον, χωρίς σκοπό. Έπρεπε να βρει κάτι να ηρεμήσει. Είχαν μαλώσει μετά από καιρό αλλά δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Της την έσπαγε η παθητικότητα του και του το είχε πει. Αυτός κάτι τέτοια δεν τα έπαιρνε σωστά, δεν μπορούσε να τα δεχτεί και έχει βγει στην γύρα μετά από ένα ένα χρόνο που είχε μείνει καθαρός και αυτή έτρεξε πίσω του. Είχαν αρπαχτεί από το τίποτα.
Το άγχος, μέσα της είχε ξαναβγάλει εκείνο το σιδερένιο χέρι και είχε αρπάξει την ψυχή της και την έσφιγγε, την έσφιγγε και αισ…
Αγνωστες ψυχές σε πόλεις άγνωστες
Να χαθούμε
μέσα σε άγνωστες πόλεις,
άγνωστοι
μέσα στους αγνώστους,
άγνωστοι
μέσα στις θολές αντανακλάσεις
μιας άγνωστης ψυχής,
πίσω από τα τζάμια
άγνωστων παραθύρων,
άγνωστων σπιτιών,
άγνωστοι διαβάτες,
με άγνωστα βλέμματα
εμάς τους άγνωστους θα βλέπουν
και πάντα θα μένουμε άγνωστοι
για κείνους και για μας,
γιατί το μόνο γνωστό
το άγνωστο θα είναι
και μέσα
από την γνώση του άγνωστου,
το γνωστό θα μένει πάντα
άγνωστο.
Εε....και λοιπόν;

Όλοι ξέρουμε
πως ο σιδηρόδρομος της τρέλας
θα λεκιάσει
το ουράνιο τόξο της ζωής μας

Όλοι ξέρουμε
πως το στριμωγμένο
μέσα στην φούχτα αντικείμενο
κάποια μέρα
θα διαγράψει την τροχιά του
προς την πραγματικότητα

Όλοι ξέρουμε
πως θα γκρεμίσει
τα ήρεμα νερά του καθρέφτη
και θα μας αφήσει ανάσκελα
να κοιτάμε τον όγκο της ζωής
να σηκώνει την αρβύλα του Εε...και λοιπόν;
εικόνα:48art1
Αγάπη μου κάποτε ,……..ίσως

Αγάπη μου
κάποτε,
ίσως,
μπορέσουμε να ακουμπήσουμε
την γαλάζια γραμμή του ορίζοντα.
Όμως τότε θα είμαστε με μολυσμένα πρόσωπα
με τρύπιες σάρκες
κάτω από τα ρούχα του μέλλοντος.
Οι πόλεις γυμνές
μέσα σε πλαστικούς θόλους
θα μας βολοδέρνουν.

Αγάπη μου
κάποτε ,
ίσως,
συρθούμε μέχρι
την γαλάζια γραμμή του ορίζοντα.
Δίχως να δίνουμε σημασία
στους σπασμένους καρπούς,
στα λιωμένα δάκτυλα,
σε ξενιτεμένα καραβάνια
φορτωμένα με παιδικά μάτια,
που κουβαλάνε εκείνο το ερωτηματικό
στο οποίο
κανείς δεν μπορεί να απάντηση.

Αγάπη μου
κάποτε,
ίσως,
δραπετεύσουμε
από τους πειραματικούς σωλήνες
της καθημερινότητας,
Από τα γυαλιστερά κρανία
των μοντέρνων διαμερισμάτων. πίνακας: Georgia O' Keeffe
Τα κορίτσια κλειδώνουν τις νύχτες

Τα κορίτσια κλειδώνουν τις νύχτες
Αφήνουν το τσιγάρο στο τασάκι
και στέκονται γυμνές μπροστά στο καθρέφτη
εξετάζοντας τις γραμμές του κορμιού τους
Δεν ξέρουν ακόμα το όνομα του βιαστή τους
Δεν ξέρουν ακόμα το όνομα της σιωπής τους

Ανάμεσα σε πόστερ ινδαλμάτων
ξανά βάζουν τα εσώρουχά τους
και κατευθύνονται στο κοριτσίστικο κρεβάτι

Τα κορίτσια κλειδώνουν τις νύχτες
Πέφτουν στην αφάνεια κάνοντας
βουβά σινιάλα στο σκοτάδι
Τυλίγονται τον παρθενικό υμένα
και κατεβαίνουν τα σκαλοπάτια
με γυμνές πατούσες
αφουγκράζονται
τα τριξίματα της νύχτας
πίσω από το κλειστό παράθυρο

Τα κορίτσια κλειδώνουν τις νύχτες
δεν ξέρουν τι να προσφέρουν στο βιαστή τους
δεν ξέρουν τι να κάνουν την σιωπή τους.

Και ο βιαστής
και η σιωπή
πλησιάζουν από στιγμή σε στιγμή
από μέρα σε μέρα
από χρόνο σε χρόνο

Τα κορίτσια κλειδώνουν τις νύχτες
εξαφανισμένα σαν οντότητες
φορτωμένα σε φορεία κρυφών γεννήσεων
φθάνουν μέχρις εδώ
με ένα φόβο που κανείς δεν καταλαβαίνει

Τα κορίτσια κλειδώνουν τις νύχτες
φυλάνε την πραμάτεια τους
Μπροστά στη τζαμαρία της λήθης

Με την νύχτα να κυλάει
το ποτάμι της
πίσω από το βλέμμα
Βγαίνω στους δρόμους
Βγαίνω κρατώντας ακόμα
τα φλέματα στο λαρύγγι

Ο καπνός υγροποιείτε και πήζει
Πήζει μέσα στα ρουθούνια του μυαλού

Ατελείωτοι χαρούμενοι
κοιλαράδες της ευημερίας
στην πλαστική καρέκλα
μετράνε το νεκρό χρόνο
στις χάνδρες της ψυχής τους

Μπροστά
η χαμένη
αθωότητα της θάλασσας
η χαμένη
αθωότητα του νερού

Τα νερά ορμάνε από παντού
Καρχαρίες
κρύβονται κάτω από την επιφάνεια τους
δαγκώνουν την δική μου ψυχή
χωρίς κανείς να καταλάβει τίποτα

Την κάνουν κομματάκια
Και την ραντίζουν σαν χαρτοπόλεμο
στο κεφάλι του εφιάλτη
που κοιμάται βαθιά μέσα μου

Ένας φραπές δίνει χαστούκια
στο κοιμισμένο μυαλό.

Το σανατόριο των ιδεών
είναι ακόμα μπροστά μου

Φτύνει το χρωματισμένο σάλιο
θολώνει την τζαμαρία της λήθης
που ντύνεται τα γιορτινά της