Μαρακές Η σκόνη της ερήμου κάθεται στο στήθος, καλύπτει το πρόσωπο, θολώνει το βλέμμα. Μάταια τα λερωμένα τσάμια λεωφορείου προσπαθούν να την κρατήσουν μακριά. Τίποτα δεν καταφέρνουν. Το τοπίο υγρό, κυλάει σαν ποτάμι σε όλη την διαδρομή. Απέραντες εκτάσεις παφλάζουν αφήνοντας μια μυρουδιά από καμένη σάρκα να καλύπτει τα πάντα. Κορμιά τυλιγμένα με χρωματιστά υφάσματα, λικνίζονται μέσα στα κύματα της ερήμου, χορεύουν μπροστά στην απεραντοσύνη του ήλιου, προσπαθώντας να αποφύγουν την απονιά του. Ο ήλιος μπορεί να χαράξει μόνο τα πρόσωπα με το αραβικό μαχαίρι του. Μπρούτζινα πρόσωπα με σταχτί μάτια, αφημένα επάνω σε σκισμένα καθίσματα βαγονιών, σαν εκμαγεία που ταξιδεύουν στους αιώνες, με το ίδιο σχιστό βλέμμα των Φαραώ . Τεράστια γυναικεία μάτια από χώμα που με παρακολουθούν πίσω από παραπετάσματα προσώπου. Στέλνουν μυστικά σινιάλα σε όλες τις κατευθύνσεις. Ταξιδεύουν αμίλητα μέσα στην ζωή τους, δίπλα από ξεπεσμένους εμίρηδες που κάποιος τους καθαρίζει φραγκόσυκα και τους ταΐζει γονατιστό...
Ποιητικός Λόγος