Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο


Το άγαλμα της μητέρας


Περνάω, πάλι μόνος μπροστά από το άγαλμα της μητέρας. Αφημένο πάνω στο κρεβάτι του νοσοκομείου και με την ματιά να χαϊδεύει το γερασμένο τοπίο. Γενάρη μήνα πλησίασε η τρέλα στο κελί της και δεν είχε τίποτα για να κρυφτεί από την ψυχιατρική. Με πληγωμένη όραση σήκωσε το κορμί πάνω από τους πλανήτες του νοικοκυριού της μετά το δίπλωσε, το λύγισε, το πέρασε μέσα από της κατακόμβες και σύρθηκε στα δημόσια πάρκα για να λιαστεί για να δει ανθρώπους να πηγαινοέρχονται άσκοπα, να πιάσει συζητήσεις γύρω από τον καιρό .
Περνάω πάλι μόνος, μπροστά από το άγαλμα της μητέρας με την ματιά της να χαϊδεύει το γερασμένο τοπίο Και εγώ μέρος του τοπίου αυτού είμαι, και νιώθω το χάδι της στο παιδικό κεφαλάκι μου και νιώθω τα ζεστά φιλιά της ακόμα και όταν αυτή δεν είναι εκεί.
Βλέπω να της περνούν το σφυγμό, μέσα στο μεσημέρι, την ώρα που ραδιοφωνικοί διαγωνισμοί χάριζαν δώρα σε πρωτοχρονιάτικα κουφάρια ευκαιριών.
Σε κανένα δεν είπε ότι βγαίνει στο πάρκο και ότι εκεί είναι καλοκαίρι, ότι περπατάει όπως παλιά ανάμεσα στα παρτέρια και μιλάει με ανθρώπους της ηλικίας της, για πράγματα όμορφα και απλά.
Σε κανένα δεν το είπε.
Είδε το εξεταστικό βλέμμα του γιατρού την ώρα που ξέσφιγγε το μπράτσο και άφηνε τις γέρικες φλέβες να ξαναγεμίσουν με το αίμα τους, αλλά δεν προδόθηκε καθόταν όπως πάντα στην θέση της με την μάτια να χαϊδεύει το τοπίο μιας πρωτόγνωρης ανατολής. Κανείς δεν είχε καταλάβει ότι δεν ήταν εκεί. Ότι το βλέμμα της είχε πετρώσει είχε γίνει μια κοκκινωπή πέτρα που ένα παιδικό χέρι θα την πετούσε στην αιωνιότητα. Και το χέρι αυτό ήταν δικό μου. Ναι το χέρι ήταν δικό μου. Και αυτό ούτε και εγώ το είχα καταλάβει.
Περνάω πάλι μπροστά από το άγαλμα της μητέρας, ή η μητέρα περνάει μπροστά από το δικό μου βλέμμα. Είμαι στο κρεβάτι του νοσοκομείου και οι γιατροί είναι σκυμμένοι από πάνω όπως τότε έσκυβαν από πάνω της. Εκείνη, την είδα ζωγραφισμένη στον απέναντι τοίχο. Στην φούχτα της ένιωσα ότι κρατούσε μια κοκκινωπή πέτρα που αναγνώρισα ότι ήταν δικιά μου. Μου έκανε νόημα να την πιάσω. Πετάχτηκα επάνω και την πείρα από πίσω. Περπάτησα πίσω της, ανάμεσα στα παρτέρια που έφτιαχνε το βλέμμα της, ανάμεσα στους δρόμους που είχε ανοίξει πενήντα χρόνια πριν για να περπατήσω εγώ. Και εκεί είδα τους φίλους της. Αραχνοΰφαντους κρεμασμένους στον ήλιο για να στεγνώσουν. Μιλούσε μαζί τους χωρίς να ακούγεται μιλιά. Τα λόγια όμως γινόταν αντικείμενα που αιωρούνταν γύρω τους και όσο μιλούσαν τόσο βγαίναν από το στόμα τους αντικείμενα και πλήθυναν τόσο που την κρύψανε και έπαψα να την βλέπω. Είχε θαφτεί κάτω από τόνους αντικειμένων που αυτή δημιουργούσε
Σε κανένα δεν είπα ότι βγαίνω στο πάρκο και ότι εκεί είναι καλοκαίρι και ότι συνομιλώ με ανθρώπους της ηλικίας μου. Ότι εκεί βρίσκω το άγαλμα της μητέρας δίπλα στο δικό μου άγαλμα. ΄
πίνακας: Vladimir Kush

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αξίες Ζωής
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

"Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ.
Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι' αυτό που αξίζουν, αλλά γι' αυτό που σημαίνουν.
Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως.
Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόταν.
Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.
Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος.
Θα ζωγράφιζα μ' ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάρι…
Μας έχουν στριμώξει
Μας έχουν στριμώξει,
Ναι μας έχουν στριμώξει,
αλλά εμείς βλέπεται πως τους ξεφεύγουμε,
όχι βλέπεται πως τους ξεφεύγουμε.
Πίνουμε τους καφέδες μας ήσυχοι,
μιλάμε και γελάμε κλαίγοντας
και αυτοί δεν καταλαβαίνουν τίποτα.
Δεν καταλαβαίνουν ότι δεν καταλαβαίνουμε που δεν καταλαβαίνουν.
Εμάς μας δίνουν την εντύπωση
πως δεν καταλαβαίνουν
πως δεν μας ξέρουν
Δεν μας βλέπουν!
Μην μου πείτε ότι δεν βλέπεται πως
δεν μας βλέπουν ότι τους βλέπουμε
Τους βλέπουμε ότι μας βλέπουν
που τους βλέπουμε..
Γλιστράμε ,
γλιστράμε σιγά, σιγά για να μην
μας δουν εκείνη ακριβώς την στιγμή που
μας κοιτάνε χωρίς να μας βλέπουν.
Τους βλέπουμε ότι μας βλέπουν
χωρίς να μας βλέπουν.
Και εκείνοι
το ξέρουν ότι μας κοιτάνε χωρίς
να μας βλέπουν ότι τους βλέπουμε
Εμείς βέβαια κάνουμε
σαν να μας βλέπουν
και εκείνοι κάνουν
ότι μας βλέπουν.
Εκείνη ακριβώς την στιγμή
μπορούμε να φύγουμε. πίνακας: Georgia O Keeffe

Οι ηλεκτρικοί μάγκες

Οι ηλεκτρικοί μάγκες με τις πρίζες στα χέρια. Με πέτσινους γιακάδες σηκωμένους. Τζίν καλυμμένα στα μπούτια τους. Κεφάλια σκυμμένα πάνω από το καντράν του ραδιοφώνου. Χέρια που στρίβουν τσιγάρα. Μυαλά που χάνονται μέσα στην κάπνα.
Με την μοναξιά στριμωγμένη στους τοίχους. Το ρεβόλβερ της ζωής στραμμένο επάνω τους, μπροστά στο μέλλον της εικόνας τους. Κουρελιασμένη εικόνα που σκαρφαλώνει στους τοίχους ψάχνοντας ένα άνοιγμα για να πετάξει μακριά.
Οι ηλεκτρικοί μάγκες με τις πρίζες στα χέρια. Στο κίτρινο λαρύγγι τους η βηματισμοί ενός ουρλιαχτού. Τα βήματά του βυθίζονται στην λάσπη της νικοτίνης. Με μπλεγμένες κατευθύνσεις. Διαλυμένες σχέσεις καθώς παιδιά, τους περιμένουν φωνάζοντας μπαμπά!
Ανυπόταχτοι μπροστά στην καταιγίδα μια κοινωνίας που θεωρούν σάπια. Σάπιοι και οι ίδιοι με φαγούρες στα αχαμνά τους. Με προβληματικούς έρωτες και εγκαταλείψεις συζυγικής εστίας. Με ροκ εφιάλτες και εγκαύματα τρίτου βαθμού στην προσπάθεια να ζεσταθούν κάπου!
Οι ηλεκτρικοί μάγκες με την …