Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010



Το άγαλμα της μητέρας


Περνάω, πάλι μόνος μπροστά από το άγαλμα της μητέρας. Αφημένο πάνω στο κρεβάτι του νοσοκομείου και με την ματιά να χαϊδεύει το γερασμένο τοπίο. Γενάρη μήνα πλησίασε η τρέλα στο κελί της και δεν είχε τίποτα για να κρυφτεί από την ψυχιατρική. Με πληγωμένη όραση σήκωσε το κορμί πάνω από τους πλανήτες του νοικοκυριού της μετά το δίπλωσε, το λύγισε, το πέρασε μέσα από της κατακόμβες και σύρθηκε στα δημόσια πάρκα για να λιαστεί για να δει ανθρώπους να πηγαινοέρχονται άσκοπα, να πιάσει συζητήσεις γύρω από τον καιρό .
Περνάω πάλι μόνος, μπροστά από το άγαλμα της μητέρας με την ματιά της να χαϊδεύει το γερασμένο τοπίο Και εγώ μέρος του τοπίου αυτού είμαι, και νιώθω το χάδι της στο παιδικό κεφαλάκι μου και νιώθω τα ζεστά φιλιά της ακόμα και όταν αυτή δεν είναι εκεί.
Βλέπω να της περνούν το σφυγμό, μέσα στο μεσημέρι, την ώρα που ραδιοφωνικοί διαγωνισμοί χάριζαν δώρα σε πρωτοχρονιάτικα κουφάρια ευκαιριών.
Σε κανένα δεν είπε ότι βγαίνει στο πάρκο και ότι εκεί είναι καλοκαίρι, ότι περπατάει όπως παλιά ανάμεσα στα παρτέρια και μιλάει με ανθρώπους της ηλικίας της, για πράγματα όμορφα και απλά.
Σε κανένα δεν το είπε.
Είδε το εξεταστικό βλέμμα του γιατρού την ώρα που ξέσφιγγε το μπράτσο και άφηνε τις γέρικες φλέβες να ξαναγεμίσουν με το αίμα τους, αλλά δεν προδόθηκε καθόταν όπως πάντα στην θέση της με την μάτια να χαϊδεύει το τοπίο μιας πρωτόγνωρης ανατολής. Κανείς δεν είχε καταλάβει ότι δεν ήταν εκεί. Ότι το βλέμμα της είχε πετρώσει είχε γίνει μια κοκκινωπή πέτρα που ένα παιδικό χέρι θα την πετούσε στην αιωνιότητα. Και το χέρι αυτό ήταν δικό μου. Ναι το χέρι ήταν δικό μου. Και αυτό ούτε και εγώ το είχα καταλάβει.
Περνάω πάλι μπροστά από το άγαλμα της μητέρας, ή η μητέρα περνάει μπροστά από το δικό μου βλέμμα. Είμαι στο κρεβάτι του νοσοκομείου και οι γιατροί είναι σκυμμένοι από πάνω όπως τότε έσκυβαν από πάνω της. Εκείνη, την είδα ζωγραφισμένη στον απέναντι τοίχο. Στην φούχτα της ένιωσα ότι κρατούσε μια κοκκινωπή πέτρα που αναγνώρισα ότι ήταν δικιά μου. Μου έκανε νόημα να την πιάσω. Πετάχτηκα επάνω και την πείρα από πίσω. Περπάτησα πίσω της, ανάμεσα στα παρτέρια που έφτιαχνε το βλέμμα της, ανάμεσα στους δρόμους που είχε ανοίξει πενήντα χρόνια πριν για να περπατήσω εγώ. Και εκεί είδα τους φίλους της. Αραχνοΰφαντους κρεμασμένους στον ήλιο για να στεγνώσουν. Μιλούσε μαζί τους χωρίς να ακούγεται μιλιά. Τα λόγια όμως γινόταν αντικείμενα που αιωρούνταν γύρω τους και όσο μιλούσαν τόσο βγαίναν από το στόμα τους αντικείμενα και πλήθυναν τόσο που την κρύψανε και έπαψα να την βλέπω. Είχε θαφτεί κάτω από τόνους αντικειμένων που αυτή δημιουργούσε
Σε κανένα δεν είπα ότι βγαίνω στο πάρκο και ότι εκεί είναι καλοκαίρι και ότι συνομιλώ με ανθρώπους της ηλικίας μου. Ότι εκεί βρίσκω το άγαλμα της μητέρας δίπλα στο δικό μου άγαλμα. ΄
πίνακας: Vladimir Kush

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου