Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010



Η Λόρα,
ερχόταν μετά την δουλεία μου, κατά τις έντεκα το βράδυ. Τις περισσότερες φορές την περίμενα στο μπαλκόνι και την έβλεπα από τον πέμπτο όροφο να φθάνει μέσα από τα έρημα πεζοδρόμια, ανάμεσα από τα κουφάρια που κυλιόταν κάθε βράδυ στις όχθες του σιδηροδρομικού σταθμού Πάντα όταν έφτανε κάτω από το μπαλκόνι, έριχνε μια ματιά προς τα πάνω για να δει αν την περιμένω και να της ανοίξω πριν χτυπήσει το κουδούνι και εγώ καρφωμένος εκεί την έβλεπα , την έβλεπα χαρούμενη και κουνιστή με την τσάντα της γεμάτη με τα φοιτητικά της συγγράμματα στον ώμο, να μου στέλνει το χαμόγελο της, με τα λευκά δοντάκια να γυαλίζουν στην βρώμικη νύχτα. Έμπαινε μέσα περνώντας πρώτα από την αγκαλιά μου. Την άφηνα μετά να μου εξιστορήσει τα γεγονότα της ημέρας, καθισμένη στις κίτρινες πολυθρόνες με το τεράστιο χαμόγελο της να σκεπάζει το μυαλό μου σαν μεταξένιος μαντύας , και να απλώνεται απαλά , απαλά πάνω στις συνάψεις. Μετά την πλησίαζα σιγά και την ξανά έκλεινα στην αγκαλιά μου, ή άλλες φορές, ερχόταν αυτή και καθόταν επάνω στα πόδια μου κολλώντας το νεανικό κορμάκι της στο δικό μου Και τα δύο κορμιά δεν αργούσαν να κυλιστούν στο ερωτικό άβυσσο που μας περίμενε λίγα μέτρα από την καρέκλα. Για κρεβάτι χρησιμοποιούσαμε τρία στρώματα , το ένα δίπλα στο άλλο έτσι ώστε να κυλιόμαστε οριζόντια και κάθετα χωρίς κανένα περιορισμό στις κινήσεις και στις στάσεις που μπορούσαμε να πάρουμε
Η νύχτα μύριζε τα υγρά του έρωτα που κυλούσαν ακατάπαυστα, πάνω σ' εκείνα τα στρώματα. Σεντόνια μουσκεμένα , μαξιλάρια τσαλακωμένα πεταμένα στην άκρη . Κορμιά που λαμπύρισαν μέσα στο αχνό φως ενός γερασμένου πορτατίφ , το σκεπάζαμε μ' ένα απαλό ινδικό μαντίλι σε χρώμα μοβ και κίτρινο ενώ το μαγνητόφωνο έπαιζε σιγά μελωδίες της τζαζ., ενώ άγγελοι ερχόταν τα πρωινά να κουβαλήσουν τον ύπνο στα κουρασμένα βλέφαρα της σάρκας, την ώρα που το ανοιξιάτικο πρωινό ξύπναγε την γερασμένη πόλη κάτω από τα πόδια μας. Την ώρα που τα αμάξια βόγκαγαν στο ξεκίνημα της ημέρας . Εκείνη την ώρα εμείς, πέφταμε εξαντλημένοι πίσω από το κίτρινο στόρι του παραθύρου που ξεχείλιζε το σωμάτιο με μια πορτοκαλί θαμπάδα και ήταν σαν να αρμενίζουμε ανάσκελα στις κοιλάδες του παραδείσου. Πίσω από αυτό το στόρι νόμιζα πως δεν ανήκαμε σε αυτό τον κόσμο αλλά σε έναν άλλο, όπου τα μενεξεδένια δέρματα του έρωτα κατέφευγαν για να μην τα αγγίξει η αγριότητα της πόλης, η αγριότητα του αναγκαστικού πρωινού της τετριμμένης καθημερινότητας.
πίνακας: Vladimir Kush

3 σχόλια:

  1. τελικά στον έρωτα δίνουμε και παίρνουμε αυτό που δεν έχουμε...

    Από που με βρήκατε αλήθεια; Είδα ότι παρακολουθείτε το ιστολογιό μου, με την καλή έννοια :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ψάχνοντας στην απεραντοσύνη της ανθρώπινης ανησυχίας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή